Sep 062009
 

 Καμπότζη – Η γη των Χμερ

(Photo Album)

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2007

Bangkok Thailand.

Ξυπνήσαμε νωρίς το πρωί και ξεκινήσαμε για το σταθμό του τραίνου.

Το τραίνο για Aran φεύγει στις 6:00. Επειδή δεν έχει σκευοφόρο, τα ποδήλατα θα πρέπει να φορτωθούν στα βαγόνια των επιβατών.

Έτσι, στις 5 το πρωί, βρισκόμαστε στο σταθμό και ψάχνουμε να βρούμε με ποιο τρόπο μπορούμε  να φορτώσουμε τα ποδήλατα. Μετά από πολύ κόπο βάζουμε τα δύο μέσα σε μία τουαλέτα και τα άλλα δύο σε μία μικρή αποθήκη. Ξεκινάμε. Διασχίζουμε την Bangkok. Μία πόλη με τεράστιες αντιθέσεις. Βλέπουμε τεράστια εμπορικά κέντρα, μοντέρνα ξενοδοχεία και μεγάλες γέφυρες. Και δίπλα σε αυτά … βρώμικους λασπωμένους χωματόδρομους και παράγκες φτιαγμένες από τσίγκο.

Κάποτε τελειώνει η Bangkok και το τραίνο ταξιδεύει ανάμεσα σε καταπράσινους ορυζώνες και έλη.

(SL:Slide Show, FS:Full Screen)

Cambodia 9-26.7.2007

[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0043a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0046a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0042a-640x480.jpg]60
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0038a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0037a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0033a-640x480.jpg]50
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0031a-640x480.jpg]30
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0028a-640x480.jpg]30
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0027a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0026a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0022a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0011a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0010a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0049a-640x480.jpg]60
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0058a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0059a-640x480.jpg]50
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0070a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0073a-640x480.jpg]30
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0074a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0077a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0078a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0085a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0086a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0089a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0090a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0093a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0095a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0103a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0130a-640x480.jpg]70
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0131a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0134a-640x480.jpg]30
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0136a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0137a-640x480.jpg]50
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0140a-640x480.jpg]40
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0146a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0147a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0155a-640x480.jpg]30
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0156a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0157a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0163a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0166a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0181a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0182a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0185a-640x480.jpg]30
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0190a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0194a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0201a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0204a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0209a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0212a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0213a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0219a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0223a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0224a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0228a-640x480.jpg]20
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0229a-640x480.jpg]10
[img src=http://www.gaiorama.net/taxidia/wp-content/flagallery/cambodia-2007/thumbs/thumbs_dsc_0235a-640x480.jpg]10

 

Μικροπωλητές πουλάνε ρίζες, λαχανικά και σακουλάκια με τριμμένο πάγο που τα πίνουν σαν γρανίτα.  Αγοράζουμε μάγκο και φιστίκια. Χαζεύουμε από το παράθυρο και μισοκλείνουμε πού και πού τα μάτια για ένα γρήγορο ύπνο.

Μετά από έξι ώρες και διακόσια χιλιόμετρα, επιτέλους, φθάνουμε στο Aran. Μία μικρή επαρχιακή πόλη, η μοναδική είσοδος από την Ταϊλάνδη προς την Καμπότζη μέχρι πριν δυο-τρία χρόνια.

Φορτώνουμε τα σακίδια στα ποδήλατα και ξεκινάμε. Σε έξι χιλιόμετρα θα είμαστε στα σύνορα..

Περνάμε τον έλεγχο εξόδου από την Ταϊλάνδη και μπαίνουμε στην ουδέτερη ζώνη. Αχθοφόροι με ξύλινα καρότσια , φορτηγά, μηχανάκια και πεζοί μπερδεύονται σε ένα κυκλοφοριακό χάος. Στην Ταϊλάνδη οδηγούν αριστερά και στην Καμπότζη δεξιά. Έτσι σε αυτά τα λίγα μέτρα της ουδέτερης ζώνης δεν ξέρεις πού είναι το σωστό και πού το λάθος.

Μια μεγάλη αψίδα μας καλωσορίζει στο βασίλειο της Καμπότζης.

Φτάνουμε στον έλεγχο διαβατηρίων. Σφραγίζουμε τα διαβατήρια και … μπαίνουμε σε άλλο κόσμο. Μπροστά μας ξετυλίγεται ένας χωματόδρομος από τους χειρότερους που έχω δει, γεμάτος πολλές και τεράστιες λακκούβες , λάσπες και σκόνη, πολλή σκόνη. Λεωφορεία, μικρά φορτηγά και πολλά μηχανάκια περιμένουν να γεμίσουν για να ξεκινήσουν προς κοντινούς η και μακρινούς προορισμούς. Πεζοί και ποδηλάτες ανακατεύονται σε ένα άναρχο πλήθος. Αριστερά και δεξιά του δρόμου παράγκες. Παντού ένα μεγάλο παζάρι. Βρισκόμαστε στην Poipet. Στην είσοδο της Καμπότζης.

Αλλάζουμε δολάρια σε ρίελ και ξεκινάμε. Σε δυόμισι – τρεις ώρες νυχτώνει και οι προγνώσεις λένε ότι μάλλον θα βρέξει. Ως την Sisophon, το σημερινό προορισμό μας, θέλουμε 51 χιλ.

Θα χρειαστούμε σίγουρα πολύ περισσότερες από τρεις ώρες ως εκεί. Παρ’ όλα  αυτά ξεκινάμε. Μεγάλα φορτηγά, λεωφορεία και τρελά ΙΧ αυτοκίνητα μας προσπερνάνε χωρίς να μας δίνουν καμία σημασία. Εμείς κάνουμε ατελείωτους ελιγμούς για να αποφύγουμε, όπου είναι δυνατόν, τις βαθιές λακκούβες.

Κάθε φορά που περνάει αυτοκίνητο ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης μας πνίγει. Και γίνεται πολύ συχνά!!

Συναντάμε μικρούς οικισμούς, όχι μεγαλύτερους από δέκα – δώδεκα σπίτια ο καθένας, μικρές παράγκες, μαγαζιά που πουλάνε μπισκότα, αναψυκτικά, εμφιαλωμένο νερό και βενζίνη μέσα σε γυάλινα μπουκάλια αναψυκτικών του 1 ½  λίτρου!! Κάποια από αυτά είναι και … συνεργεία.

Μικρά παιδιά μας χαιρετούν με μανία. Hello, hello…

Όσο περνάει η ώρα, τόσο βλέπουμε να εμφανίζονται σύννεφα στον ουρανό. Η ώρα είναι πεντέμισι, οι πρώτες σταγόνες πέφτουν.

Είμαστε στη μέση του πουθενά και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Ξαφνικά, από ένα σπίτι, μας κάνουν νόημα. Τρέχουμε γρήγορα προς ένα υπόστεγο στον κήπο του σπιτιού. Και αρχίζει η βροχή. Τώρα πια είμαστε μάλλον αποκλεισμένοι. Έχει ήδη νυχτώσει.

Είμαστε κάτω από ένα ξύλινο υπόστεγο, μαζί με ένα νεαρό, που δεν μιλάει άλλη γλώσσα πέρα από την δική του και περιμένουμε. Τι περιμένουμε, δεν ξέρω.

Και τότε, για καλή μας τύχη, εμφανίζεται η αδερφή του. Μιλάει σπαστά αγγλικά. Είναι μετανάστης στις ΗΠΑ που έχει έρθει για διακοπές. Φροντίζει να μας βρει ένα αγροτικό που θα μας μεταφέρει ως την Sisophon.

Μας πηγαίνει σε ένα ξενοδοχείο. Τακτοποιούμε τα πράγματα τρώμε και πέφτουμε για ύπνο. Επιτέλους !!!

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Ξεκινάμε νωρίς  για μια βόλτα στην πόλη. Όπου δεν υπάρχει λάσπη, κυριαρχεί η σκόνη. Βουνά από σκουπίδια είναι μαζεμένα σε πολλά σημεία του δρόμου. Χιλιάδες μύγες πετάνε γύρω τους. Μια αγελάδα περιφέρεται ανάμεσα στα σκουπίδια και τους πάγκους των μικροπωλητών. Θέλουμε να βρούμε τρόπο να φτάσουμε, αν είναι δυνατόν σήμερα, στο Siem Reap.

Απέχει 105 χλμ. από εδώ και ο δρόμος είναι κακός. Στο λεωφορείο δεν είναι δυνατόν να φορτώσουμε τα ποδήλατα και έτσι, με τη βοήθεια … μεταφραστή, βρίσκουμε ένα αγροτικό.

Φορτώνουμε τα πράγματά μας, προπληρώνουμε τον οδηγό, δίνουμε χρήματα και στο μεταφραστή και ξεκινάμε. Το τοπίο είναι ίδιο με την προηγούμενη ημέρα. Απέραντοι ορυζώνες, έλη και μικρά ποτάμια. Μικροί συνοικισμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλο. Μηχανάκια και ποδήλατα φορτωμένα σαν φορτηγά, κυκλοφορούν παντού.

Στα μισά περίπου της διαδρομής κάνουμε στάση στην πρώτη πόλη που συναντάμε, το Kralanh. Και εδώ κυριαρχεί η λάσπη και τα σκουπίδια. Λιμνάζοντα νερά στην άκρη του δρόμου μυρίζουν άσχημα.. Στο βάθος του δρόμου εμφανίζεται ένα μηχανάκι φορτωμένο γύρω-γύρω με τουλάχιστον πενήντα κότες. Λίγο αργότερα περνάει ένα ακόμα με δύο γουρούνια μέσα σε καλάθια..

Ο οδηγός μας φωνάζει να ξεκινήσουμε. Πλησιάζει μεσημέρι και η μπόρα σήμερα έρχεται πιο νωρίς. Μαύρα σύννεφα μας υποδέχονται και μας βομβαρδίζουν με βροχή και χαλάζι.

Ευτυχώς δε διαρκεί πολύ. Σε λίγο φτάνουμε στο Siem Reap. Τώρα πια ο δρόμος είναι πάρα πολύ καλός, ασφαλτοστρωμένος και μεγάλος. Έχει ωραία πεζοδρόμια και ψηλά δένδρα. Μεγάλα και επώνυμα ξενοδοχεία βρίσκονται αριστερά και δεξιά του δρόμου. Μήπως βρισκόμαστε σε άλλη χώρα; Όχι, γιατί λίγο πιο κάτω ξαναβρίσκουμε τις γνωστές παράγκες, τους δρόμους με τις λακκούβες και τα βουνά από τα σκουπίδια. Απλώς περάσαμε από την συνοικία με τα ακριβά ξενοδοχεία τα οποία δέχονται περίπου δυόμισι εκατομμύρια τουρίστες το χρόνο. Έρχονται στην Καμπότζη μόνο για να δουν το Angkor Wat και μετά φεύγουν για την Ταϊλάνδη ή το Βιετνάμ.

Βρίσκουμε γρήγορα ξενοδοχείο κοντά στο κέντρο. Στην είσοδο του υπάρχει μεγάλη ανακοίνωση που απαγορεύει τα όπλα, τις χειροβομβίδες και τα ναρκωτικά εντός του ξενοδοχείου!!!

Η επαρχία του Siem Reap είναι από τα τελευταία πεδία μάχης των κόκκινων Χμερ εναντίον του τακτικού στρατού και γι’ αυτό πολλοί κάτοικοι έχουν ακόμα όπλα στα σπίτια τους. Ευτυχώς, λόγω της μεγάλης αύξησης του τουρισμού στην περιοχή γίνεται και μεγάλη προσπάθεια καθαρισμού των ναρκοπέδιων που υπάρχουν διάσπαρτα.

Βγαίνουμε για μια βόλτα στην πόλη. Στους δρόμους κυκλοφορούν χιλιάδες κινέζικα ποδήλατα και μηχανάκια  χωρίς να ακολουθούν κανένα συγκεκριμένο κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Παρ’ όλα αυτά, όλοι παραμένουν ζωντανοί!!

Απόγευμα πλέον και ο ουρανός ετοιμάζεται για τη σημερινή μπόρα. Βιαστικά επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο. Την επόμενη ημέρα θα αρχίσουμε την ποδηλατική μας περιήγηση.

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2007

Η σημερινή ημέρα είναι αφιερωμένη στο μεγαλύτερο και πιο γνωστό αρχαιολογικό χώρο της Ν.Α.Ασίας. Στο Angkor Wat και όχι μόνο.

Είναι μια πόλη που απεικονίζει το μεγαλείο των Χμέρ από τον 9ο έως τον 15ο αιώνα, όταν ήταν κυρίαρχοι σχεδόν όλης της Ινδοκίνας. Μεγάλα μνημεία που σώθηκαν, κρυμμένα για αιώνες μέσα στα τροπικά δάση, από κάθε μορφής επίδοξους καταστροφείς και αρχαιοκάπηλους. Προστατευμένα πλέον από την UNESCO, αλλά και από τους ντόπιους, οι οποίοι βλέπουν ότι αποτελεί τη μοναδική τους διέξοδο από την πείνα, λόγω του τουρισμού.

Ανεβαίνουμε στα ποδήλατά μας και κατευθυνόμαστε προς το Angkor Wat. Μόλις φτάνουμε ανακαλύπτουμε ότι ο Δημήτρης έχει σκασμένο το πίσω λάστιχο.

Αφήνουμε τα ποδήλατα σε ειδικό χώρο στάθμευσης επί πληρωμή και ο Δημήτρης φτιάχνει τη σαμπρέλα. Πιτσιρίκια μαζεύονται γύρω μας. Πουλάνε κάρτες και μικρά αναμνηστικά.

Τα προσπερνάμε ευγενικά και ανεβαίνουμε στη μεγάλη γέφυρα που οδηγεί στο εντυπωσιακό αυτό οικοδόμημα. Ο επιβλητικός του όγκος μας εντυπωσιάζει. Είναι τεράστιο. Θέλεις ώρες για να το δεις. Εκατοντάδες τουρίστες περπατάνε στις αίθουσες του. Τα φλας αστράφτουν. Μαζί με αυτούς και εμείς. Περιπλανιόμαστε στις αίθουσες του, περπατάμε στους τεράστιους διαδρόμους του και θαυμάζουμε τα σκαλισμένα στους τοίχους, ινδουιστικά έπη. Ανεβαίνουμε την απότομη, γλιστερή, πέτρινη σκάλα που οδηγεί σε μία μεγάλη ταράτσα απ’ όπου έχουμε θέα σε όλο το μνημείο και στο δάσος που το περικλείει. Κάνει ζέστη και έχει πολύ υγρασία.

Επόμενος σταθμός μας είναι το Angkor Thom. Ποδηλατούμε μέσα στο δάσος. Ξαφνικά αρχίζει να βρέχει. Περνάμε τη γιγάντια νότια πύλη και τρέχουμε να βρούμε καταφύγιο στο υπόστεγο ενός μικροπωλητή. Η μπόρα διαρκεί λίγο. Καβαλάμε τα ποδήλατα και ξεκινάμε.

Μπροστά μας είναι το Bayon. Ένα κτίριο πολύ μικρότερο από το Angkor Wat αλλά, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο ωραίο.

Τα γιγάντια πέτρινα κεφάλια που προβάλουν σαν πύργοι στις γωνίες του κτιρίου, του δίνουν μια εντυπωσιακή όψη. Εδώ οι αίθουσες είναι πολύ πιο μικρές. Είναι σκοτεινές και έχουν υγρασία. Απέναντι σε μία μεγάλη στέρνα γεμάτη με βρόχινο νερό και βατραχάκια, κάνουν βουτιές μικρά παιδιά.

Συνεχίζουμε στο Preah Khan. Περπατάμε για αρκετή ώρα στους μακρόστενους διαδρόμους και βγάζουμε φωτογραφίες. Μετά, κουρασμένοι καθόμαστε σε ένα μικρό μαγαζάκι και πίνουμε χυμό μιας καρύδας. Είναι πολύ δροσιστικός.

Επόμενος σταθμός μας και τελευταίος για σήμερα, είναι το Ta Pronhm. Στο δρόμο μας συναντάμε αγρότες που οργώνουν τους ορυζώνες σέρνοντας το αλέτρι με νεροβούβαλα. Αλλά και άλλους που βουτηγμένοι μέχρι το γόνατο στο νερό μαζεύουν ρύζι.

Το Ta Pronhm είναι γνωστό από μια φωτογραφία όπου οι γιγάντιες ρίζες ενός δένδρου καλύπτουν την περίμετρο μιας πόρτας. Πράγματι. Ολόκληρο το κτήριο είναι πνιγμένο μέσα στη ζούγκλα. Πανύψηλα δένδρα με τις ρίζες τους εγκλωβίζουν τοίχους. Βγάζουμε τις τελευταίες φωτογραφίες και παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2007

Ξεκινάμε νωρίς για το Banteay Srei, έναν από τους πιο γνωστούς ναούς της περιοχής. Απέχει 35 χλμ. από την πόλη. Η ζέστη και η υγρασία μας συνοδεύουν. Διασχίζουμε μικρά χωριά και αγροικίες.

Στο Banteay Srei, γύρω από το ναό έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο παζάρι. Μας περικυκλώνουν για να μας πουλήσουν κάρτες, βιβλία και μπλουζάκια με στάμπες του ναού. Ο ναός, μικρότερος από αυτούς του Angkor Wat , είναι χτισμένος μέσα στο δάσος. Έχει πολύ ωραίες ανάγλυφες παραστάσεις στα κτήρια.

Επόμενος σταθμός, το μουσείο ναρκών. Στην είσοδο η υπάλληλος που μας εξυπηρετεί κάθεται σε αναπηρικό καρότσι. Έχασε τα πόδια της από νάρκη. Είναι ένας χαρούμενος άνθρωπος που μας λέει ότι κάθε χρόνο συμμετέχει στον αγώνα δρόμου που γίνεται στην περιοχή για άτομα με αναπηρία.

Βλέπουμε νάρκες όλων των ειδών, που χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο, καθώς και όπλα.

Συνεχίζοντας το δρόμο μας προς την πόλη, παιδιά με ποδήλατα θέλουν να μας συναγωνιστούν.

Στο ξενοδοχείο πλέον, μαζεύουμε τα πράγματά μας γιατί αύριο θα φύγουμε πολύ νωρίς,

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2007

Είναι 6:30 π.μ. Στους δρόμους του Siem Reap ο κόσμος πηγαίνει στις δουλειές του, τα μικρά παιδιά σχολείο και εμείς στο Stung, μια κωμόπολη 95 χλμ. νότια. Μόλις έχει ξημερώσει και εμείς ποδηλατούμε δίπλα-δίπλα με τους ντόπιους.

Στην επόμενη κωμόπολη που συναντάμε, το Kompong Kdei, έχοντας κάνει 56 χλμ. σταματάμε για φαγητό. Βρίσκουμε ένα εστιατόριο, ίσως το μοναδικό στο δρόμο μας μέχρι το Stung, όπου τρώνε αρκετοί ντόπιοι. Για ξένους δεν τίθεται θέμα, αφού οι λίγοι που περνάνε κινούνται με τουριστικά λεωφορεία και δεν κάνουν στάση εδώ.

Όση ώρα περιμένουμε να μας σερβίρουν το φαγητό, κάνω μία μικρή βόλτα. Περπατάω στους λασπωμένους χωματόδρομους και παρατηρώ. Χαμόσπιτα με λαμαρίνες για οροφή, στην καλύτερη περίπτωση ξύλινα σπίτια και μικρά μαγαζιά. Σε ένα υπαίθριο κουρείο, ο κουρέας περιποιείται τον πελάτη του στην άκρη του δρόμου. Πιο δίπλα, ένα μαγαζί πουλάει ποδήλατα και απ’ έξω, ένα είναι κρεμασμένο σε δένδρο και βάφουν με σπρέι το σκελετό του. Μικρά παιδιά τρέχουν και τσαλαβουτάνε στα βρώμικα νερά μαζί με ζώα και έντομα. Μια κυρία, με το ποδήλατο της, προσπαθεί να αποφύγει τις λακκούβες.

Νωρίς το απόγευμα φθάνουμε στο Stung. Βρίσκουμε δωμάτια σε ένα από τα τρία πανδοχεία που υπάρχουν. Το ένα είναι χειρότερο από το άλλο. Τα δωμάτια είναι μικρά, σκοτεινά, με κοινό μπάνιο, ανεμιστήρα και ένα κρεβάτι με κουνουπιέρα. Σαύρες τρέχουν στους τοίχους και οι ακρίδες πηδάνε παντού. Μας ενημερώνουν ότι ηλεκτρικό ρεύμα έχει μόνο λίγες ώρες το βράδυ. Μετά πάμε για φαγητό στο μοναδικό, φαινομενικά συμπαθητικό εστιατόριο  της πόλης. Είναι χτισμένο δίπλα σε ένα βούρκο και φυσικά οι πρώτοι που χαίρονται που μας βλέπουν είναι τα… κουνούπια που γιορτάζουν την παρουσία μας.

Προσπαθούμε να φάμε αυτό που μας σερβίρουν αλλά επειδή δεν τρωγόταν με τίποτα, ξεκινάμε για την αγορά, μήπως βρούμε μπανάνες και μπισκότα.

Έχει πια νυχτώσει. Δημόσιος φωτισμός φυσικά δεν υπάρχει και εμείς περπατάμε στην άκρη του δρόμου προσπαθώντας να μην πατήσουμε μέσα στους λάκκους με τις λάσπες.

Στην αγορά, λάμπες φθορίου που παίρνουν ενέργεια από μπαταρίες αυτοκινήτου, φωτίζουν με το λιγοστό τους φως τους πάγκους των μικροπωλητών. Σε έναν από αυτούς μα προτείνουν να δοκιμάσουμε μια τοπική νοστιμιά. Ακρίδες τηγανητές. Ευχαριστώ, …δε θα πάρω.

Στο δωμάτιο ο ανεμιστήρας μας έχει κολλήσει. Δουλεύει κατά διαστήματα. Η ζέστη είναι αφόρητη. Τα κουνούπια έχουν περικυκλώσει την κουνουπιέρα και πολλά ακόμα ιπτάμενα ζωύφια, ανάμεσα σε αυτά και κατσαρίδες, προσπαθούν να τη διαπεράσουν. Ευτυχώς δεν τα καταφέρνουν. Εγώ προσπαθώ να τα αγνοήσω και να κοιμηθώ, όσο είναι δυνατόν, αλλά η Βίκυ δεν καταθέτει τα όπλα. Προσπαθεί να εξοντώσει όσα μπορεί. Φυσικά αυτό είναι αδύνατον και έτσι το πρωί μας βρίσκει πιο κουρασμένους.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2007

Μετά τη χθεσινή περιπετειώδη νύχτα, σήμερα έχουμε ως στόχο την πρώτη μεγάλη πόλη που θα συναντήσουμε, το Kompong Thum. Νωρίς το μεσημέρι έχουμε φθάσει. Βρίσκουμε δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο και πάμε για φαγητό. Το εστιατόριο σερβίρει τοπικά φαγητά και έτσι οι επιλογές μας είναι περιορισμένες. Ο Δημήτρης και η Χριστιάνα τα προτιμούν, εμένα μου είναι αδιάφορα και η Βίκυ δεν θέλει ούτε να τα μυρίζει. Τα περισσότερα πιάτα στην Καμπότζη περιέχουν κοτόπουλο μαγειρεμένο με σπασμένα τα κόκαλα, ψάρια από τη λίμνη και τα ποτάμια, ρύζι και αυγά. Τα πιάτα αυτά συνοδεύονται από διάφορες σάλτσες.

Ακολουθεί η καθιερωμένη πλέον επίσκεψη στην τοπική αγορά, υπαίθρια και κλειστή, όπου βλέπουμε για πρώτη φορά να πουλάνε φρέσκα ψάρια, ζωντανά, τα οποία τοποθετούνται μέσα σε λεκάνες με νερό. Και εδώ, αδέσποτα ζώα περιφέρονται ανάμεσα στους πάγκους και τρώνε τα σκουπίδια. Ο χασάπης εκθέτει το εμπόρευμά του σε ένα πάγκο γεμάτο από μύγες και όταν δε βαριέται, κουνάει και μια μυγοσκοτώστρα για να τις διώξει.

Στην επιστροφή προς το ξενοδοχείο αγοράζουμε πατατάκια και ανεβαίνουμε στα δωμάτια μας.

Το δωμάτιο έχει τηλεόραση και έτσι μπορώ να δω ειδήσεις από το BBC. Παράλληλα παρακολουθώ και κάποια τοπικά κανάλια χωρίς βέβαια να καταλαβαίνω την γλώσσα αλλά πολλές φορές και οι εικόνες μιλάνε.

Δείχνουν διαφημίσεις που προτρέπουν τον κόσμο να πηγαίνει για εμβολιασμό, μικροί και μεγάλοι, τους εξηγούν πώς πρέπει να βράζουν και να ξεπουπουλιάζουν τα κοτόπουλα και τις πάπιες. Μην ξεχνάμε ότι η Καμπότζη είναι από τις πρώτες χώρες όπου εμφανίστηκε η γρίπη των πτηνών. Τους δείχνουν πώς πρέπει να συλλέγουν και να καθαρίζουν το βρόχινο νερό, το μόνο ίσως πόσιμο στη χώρα, αλλά και τους προτρέπουν να παραδώσουν τα όπλα που έχουν από τον εμφύλιο στην αστυνομία.

Και μαζί με όλα αυτά δείχνουν σαπουνόπερες, μουσικά βίντεο κλιπ, και αμερικάνικα αστυνομικά.

Κυριακή 15 Ιουλίου 2007

Η ημέρα σήμερα θα είναι μεγάλη και κουραστική. Ξεκινάμε πρωί-πρωί για το Kompong Cham, μια μεγάλη πόλη ΝΔ, στις όχθες του ποταμού Mekong. Όσο κατεβαίνουμε προς το νότο, τόσο το τοπίο αλλά και οι πόλεις αλλάζουν. Εδώ τα σπίτια είναι καλύτερα, οι αγρότες έχουν μικρά τρακτέρ και υπάρχουν πιο πολλά μεγάλα χωριά και πόλεις. Εκτός από ορυζώνες, υπάρχουν φυτείες με καλαμπόκι και καουτσουκόδενδρα.

Μετά από 53 χιλ. φτάνουμε σε μία μικρή πόλη, το Ballangk. Εδώ αφήνουμε τον κεντρικό δρόμο και ακολουθούμε τον αγροτικό. Κακός χωματόδρομος, πολλές λακκούβες και λάσπες μας περιμένουν. Διασχίζουμε ένα  χωριό και  μετά συναντάμε ένα μικρό ποτάμι. Δεν υπάρχει γέφυρα παρά μόνο δυο τάβλες απ’ όπου περνάνε οι πεζοί και τα ποδήλατα. Στην άλλη όχθη πια σταματάμε για ξεκούραση. Αμέσως μαζεύονται γύρω μας και μας περιεργάζονται πέντε-έξι χωρικοί. Κοιτούν με περιέργεια τα αμορτισέρ των ποδηλάτων αλλά και τα quick release των τροχών.

Η Βίκυ νιώθει άρρωστη. Αποφασίζουμε να συνεχίσει ο Δημήτρης με τη Χριστιάνα και εγώ με τη Βίκυ να ακολουθήσουμε μόλις μπορέσουμε.

Ο χωματόδρομος μας δυσκολεύει να κινηθούμε γρήγορα. Έτσι όταν φτάνουμε σε άσφαλτο συνεχίζουμε εκεί. Συναντάμε συλλέκτες καουτσούκ να μαζεύουν το χυμό από τα δένδρα και ποδηλάτες να μεταφέρουν αρμαθιές ξύλα φορτωμένα στα ποδήλατα.

Λίγο πριν φτάσουμε στο Skun ο ουρανός αρχίζει να μαζεύει σύννεφα. Τρέχουμε γρήγορα προς το πρώτο καφενείο που βλέπουμε και μπαίνουμε μέσα. Ρίχνει βροχή και έχει δυνατό αέρα. Σε δυο ώρες νυχτώνει, θέλουμε ακόμη περισσότερα από 50 χιλ. και βρέχει. Αν δεν μπορέσουμε να κάνουμε κάτι άλλο, θα διανυκτερεύσουμε εδώ. Δεν είναι η καλύτερη επιλογή αλλά ίσως η μοναδική.

Για καλή μας τύχη η κοπέλα που δουλεύει στο μαγαζί, μόλις μαθαίνει πού πάμε μας βοηθάει να βρούμε λεωφορείο. Έτσι φορτώνουμε τα ποδήλατα στην οροφή, στριμωχνόμαστε στα τελευταία καθίσματα με δυο άτομα και με … ένα μηχανάκι και φεύγουμε.

Όταν φθάνουμε στο Cham, οι δρόμοι έχουν πλημμυρίσει. Πάμε στο ξενοδοχείο, όπου μας περιμένουν ο Δημήτρης και η Χριστιάνα. Βρέχει όλη τη νύχτα.

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2007

Ξυπνάω πολύ νωρίς και βγαίνω για πρωινή φωτογράφηση. Καθώς περπατάω συναντώ έναν άγγλο δημοσιογράφο και μου πιάνει την κουβέντα. Κάνει ένα ρεπορτάζ  για την Ινδοκίνα και ταξιδεύει εδώ τους τελευταίους έξι μήνες. Μου λέει ότι το ένα τρίτο των κατοίκων της χώρας ζει με 30 λεπτά του ευρώ την ημέρα. Με προτρέπει να επισκεφτώ μια γειτονιά, ακριβώς πίσω από το ξενοδοχείο για να δω πώς ζουν οι φτωχοί άνθρωποι  των πόλεων. Στο πεζοδρόμιο, στην πίσω πλευρά του τοίχου του ξενοδοχείου αλλά και άλλων μεγάλων κτιρίων, οικογένειες με μωρά παιδιά έχουν στήσει πάγκους σκεπασμένους με νάιλον και πανιά , ίσα-ίσα για να μπορούν να κοιμηθούν, και ζουν κάτω από πραγματικά άθλιες συνθήκες.

Επιστρέφω στο ξενοδοχείο. Όλοι μαζί πια, περπατάμε στον πεζόδρομο δίπλα από τις όχθες του Mekong. Μικρά καράβια μεταφέρουν ανθρώπους και εμπορεύματα στα νησιά που βρίσκονται  στο ποτάμι αλλά και σε αρκετά χωριά που είναι χτισμένα στις όχθες του.

Εμείς θα επισκεφθούμε το πιο κοντινό από αυτά.. Επιβιβαζόμαστε σε μια μεγάλη σχεδία, μαζί με μερικά μηχανάκια, αρκετά ποδήλατα και ντόπιους και ξεκινάμε. Είναι ένα καταπράσινο νησί και οι κάτοικοι του είναι αγρότες. Η μετακίνηση των κατοίκων του γίνεται περισσότερο με ποδήλατα και λιγότερο με μηχανάκια. Τα παιδιά παίζουν ελεύθερα στους δρόμους και τσαλαβουτούν στα λασπόνερα.

Επιστρέφουμε στην πόλη. Περπατάμε δίπλα στο ποτάμι πριν καταλήξουμε σε ένα εστιατόριο για φαγητό. Συνεχίζουμε προς τη μεγάλη γέφυρα που ενώνει τις δύο όχθες τουMekong. Περπατάμε στο πλάι και χαζεύουμε την πόλη και το ποτάμι από ψηλά. Ντόπιοι κάνουν την απογευματινή τους βόλτα, μαζί με εμάς στη γέφυρα.

Ο ήλιος δύει και επιστρέφουμε προς το ξενοδοχείο

Τρίτη 17 Ιουλίου 2007

Και σήμερα η αναχώρησή μας είναι πολύ πρωινή, 6:15 π.μ. Έχουμε να ποδηλατήσουμε ως την πρωτεύουσα της χώρας, την Phnom Penh, περίπου 125 χλμ.

Συνεχίζουμε, με μικρά διαλείμματα, ως το Skun. Εκεί κάνουμε την πρώτη μεγάλη στάση σε ένα εστιατόριο που είναι σημείο διαλείμματος και για πολλά λεωφορεία της γραμμής.

Όσο πλησιάζουμε στην Phnom Penh, τόσο μεγαλώνει η κίνηση των αυτοκινήτων. Τώρα πια υπάρχουν πολλά φορτηγά, λεωφορεία και πάρα πολλά ΙΧ αυτοκίνητα που κορνάρουν ασταμάτητα. Ποδηλατούμε με πολύ προσοχή αφού ταυτόχρονα στα πλαϊνά του δρόμου υπάρχουν πάρα πολλοί πεζοί.

Περασμένο μεσημέρι πια, περνάμε τη μεγάλη γέφυρα του ποταμού Tonle και μπαίνουμε στο κέντρο της πόλης. Αρχίζουμε την αναζήτηση ξενοδοχείου. Ο χρόνος μας πιέζει γιατί αρχίζει να ψιχαλίζει. Την τελευταία στιγμή μπαίνουμε σε ένα που είναι της αρεσκείας μας. Έχει θέα στο ποτάμι, είναι κοντά στο παλάτι, είναι καθαρό και έχει καλή τιμή.

Βρέχει και καθισμένοι στη βεράντα του πέμπτου ορόφου, κοιτάζουμε το ποτάμι. Μπροστά μας είναι ο ποταμός Tonle και λίγο πιο κάτω τον βλέπουμε να ενώνεται με τον Mekong.

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2007

Συναντιόμαστε με το Δημήτρη και τη Χριστιάνα στην είσοδο του Wat Phnom. Ανεβαίνουμε στο λόφο που είναι χτισμένος ο ναός, βγάζουμε τα παπούτσια μας και μπαίνουμε μέσα. Είναι αρκετά μεγάλος, με αγάλματα του Βούδα στο κέντρο και όμορφες τοιχογραφίες. Πιστοί βουδιστές καθισμένοι στο πάτωμα προσφέρουν λουλούδια και προσεύχονται.

Συνεχίζουμε και φτάνουμε ως την μεγάλη αγορά της πόλης. Είναι ένα μεγάλο κτίριο που μέσα του στεγάζονται δεκάδες καταστήματα. Χρυσοχοΐα, ηλεκτρονικά, βιβλιοπωλεία, δώρα, ρούχα, και πολλά άλλα υπάρχουν στην αγορά.

Αγοράζουμε αναμνηστικά και συνεχίζουμε προς το παλάτι. Όταν φτάνουμε είναι κλειστό. Θα ανοίξει πάλι το απόγευμα. Πάμε για φαγητό και θα επιστρέψουμε..

Αργά το μεσημέρι περπατάμε προς το παλάτι. Μια μικρή προσπαθεί να μας πουλήσει νερό. Ένα δολάριο το μικρό μπουκάλι,  ενάμισι τα δύο.

Επισκεπτόμαστε το παλάτι και την ασημένια παγόδα. Φεύγοντας, βρίσκουμε τη μικρή με τα νερά στην έξοδο. Τώρα πια, μας δίνει τέσσερα μπουκάλια με ένα δολάριο.

Συνεχίζουμε με μια βόλτα στις όχθες του Tonle. Οικογένειες καθισμένες πάνω στο γρασίδι τρώνε, μικρά παιδιά παίζουν, μικροπωλητές πουλάνε τρόφιμα και μικροπράγματα και μπροστά σε ένα ναό αποστεωμένοι ζητιάνοι παρακαλούν για ένα ρίελ.

Έμποροι πουλάνε μικρά πουλιά που οι πιστοί τα απελευθερώνουν σε μια άλλη μορφή προσευχής.

Στο τέλος καταλήγουμε σε ένα εστιατόριο. Στους τοίχους του εστιατόριου τρέχουν δεκάδες μικρές σαύρες. Είναι η καλύτερη προστασία απέναντι στα  ιπτάμενα ζωύφια που κυκλοφορούν  κατά χιλιάδες.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2007

Για σήμερα έχουμε κανονίσει να πάμε με τουκ-τουκ στους χώρους μνήμης της γενοκτονίας του καμποτζιανού λαού από τους κόκκινους χμέρ και τον Pol Pot. Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, βρίσκονται οι “αγροί του θανάτου”. Είναι ένας χώρος όπου βρέθηκαν ομαδικοί τάφοι των θυμάτων του καθεστώτος του Pol Pot που κυβέρνησε την Καμπότζη από το 1975 έως το 1979. Σε τέσσερα χρόνια σκότωσε σε όλη την χώρα 1.500.000 ανθρώπους!!

Ανάμεσα στα καταπράσινα χωράφια, βρίσκεται χτισμένο ένα μνημείο όπου εκτίθενται τα οστά πολλών ανθρώπων που σκοτώθηκαν χωρίς να μάθουν ποτέ γιατί.

Επιστρέφουμε στην πόλη με προορισμό τις φυλακές S-21, ένα σχολείο που το καθεστώς του Pol Pot  μετέτρεψε σε φυλακή για μελλοθάνατους. Σχολικές αίθουσες χωρισμένες σε μικρά κελιά που έβαζαν τους κρατούμενους δεμένους με αλυσίδες, εργαλεία βασανισμού και μνήμες ενός παράλογου καθεστώτος που βασάνιζε και σκότωνε ακόμα και μικρά παιδιά. Στην Καμπότζη του Pol Pot αρκούσε  να ξέρεις να διαβάζεις, να μιλάς μία ξένη γλώσσα ή να φοράς γυαλιά, για να θεωρηθείς εχθρός του κράτους και να φυλακιστείς.

Θα μείνουμε άλλη μια ημέρα στην Phnom Penh.

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007

Χωρίς  να βιαζόμαστε τρώμε το πρωινό μας και παίρνουμε τουκ-τουκ για να πάμε σε κάποιο από τα μικρά νησιά που βρίσκονται στο Mekong. Διασχίζουμε έναν αγροτικό δρόμο και φτάνουμε σε μία παράγκα δίπλα στο ποτάμι. Εκεί θα περιμένουμε το καράβι που θα μας περάσει στο νησί. Στο νησί ο οδηγός του τουκ-τουκ μας πηγαίνει να δούμε μικρές βιοτεχνίες με αργαλειούς που φτιάχνουν μεταξωτά υφάσματα, φυτείες με μπανάνες και άλλα φρούτα, καθώς και ό,τι άλλο έχει το νησί.

Επιστρέφουμε στην πόλη και πηγαίνουμε στο αρχαιολογικό μουσείο.

Είναι ένα ωραίο κτίριο στο οποίο φυλάσσονται αγάλματα από την εποχή των Χμέρ και μεταγενέστερα, καθώς και  αντικείμενα από τον περασμένο αιώνα και τους βασιλείς της χώρας. Είναι ένα φτωχό μουσείο σε μια χώρα με πλούσιο ιστορικό παρελθόν.

Στην έξοδο του μουσείου συναντώ την μικρή που μου πούλησε το νερό την προηγούμενη ημέρα στο παλάτι. Είναι δώδεκα ετών και ζει σε ένα μικρό χωριό κοντά στην πρωτεύουσα.  Φυσικά δεν πηγαίνει σχολείο γιατί πρέπει να βγάλει χρήματα για να ζήσει η οικογένεια της. Τα λίγα αγγλικά που μιλάει τα έχει μάθει μόνη της για να μπορεί να συνεννοείται με τους υποψήφιους πελάτες της. Την φέρνει κάθε πρωί ο πατέρας της ως εδώ και την παίρνει αργά το απόγευμα. Από πολύ μικρή στα βάσανα η μικρή μας φίλη…

Απόγευμα πια και κάνουμε βόλτα στον πεζόδρομο, δίπλα στο ποτάμι, μαζί με πολλούς ντόπιους και ξένους.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2007

6:20 π.μ. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Φορτώνουμε τα ποδήλατα και ξεκινάμε. Σημερινός μας προορισμός είναι το Kompong Chhnang 94 χλμ.μακριά, μια πόλη χτισμένη στις όχθες της λίμνης Tonle Sap.

Έχουμε μόλις βγει από την Phnom Penh, όταν αρχίζει να βρέχει.  Βρίσκουμε γρήγορα καταφύγιο στο υπόστεγο ενός παντοπωλείου. Μόλις σταματάει η βροχή ξεκινάμε αμέσως. Ποδηλατούμε γρήγορα γιατί ο ουρανός είναι ακόμα συννεφιασμένος και εμείς έχουμε πολλά χιλιόμετρα ακόμα.

Δεν περνάει πολύ ώρα και η βροχή ξαναρχίζει. Ο ουρανός φωτίζεται από τις αστραπές και τους κεραυνούς. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα για να προστατευτούμε. Βρισκόμαστε ανάμεσα σε χωράφια. Ποδηλατούμε γρήγορα ως το πρώτο χωριό που συναντάμε και μπαίνουμε σε ένα εστιατόριο. Η βροχή συνεχίζεται.

Η ώρα περνάει και ο καιρός δε βελτιώνεται. Ο Δημήτρης και η Χριστιάνα αποφασίζουν να νοικιάσουν φορτηγάκι για να συνεχίσουν. Η Βίκυ προτιμάει εμείς να συνεχίσουμε με το ποδήλατο. Δίνουμε ραντεβού σε ένα ξενοδοχείο στην πόλη και χωρίζουμε. Φοράμε αδιάβροχα, κουκουλώνουμε τους σάκους, καβαλάμε τα ποδήλατα και βγαίνουμε στη βροχή.

Σιγά-σιγά ο καιρός βελτιώνεται. Μεσημέρι πια και η βροχή έχει σταματήσει. Μπαίνουμε στο Kompong Chhnang. Κάνουμε βόλτες ψάχνοντας για ξενοδοχείο όταν βλέπουμε στη βεράντα ενός από αυτά το Δημήτρη και τη Χριστιάνα να μας φωνάζουν. Είναι ένα πολύ ωραίο και νεόκτιστο ξενοδοχείο στην είσοδο της πόλης.

Πάμε για φαγητό και επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο. Βράδυ πια, μας περιμένει μια έκπληξη. Το δωμάτιο είναι γεμάτο ζωύφια. Ακρίδες, κουνούπια, κατσαρίδες, σαύρες και δεν ξέρω τι άλλο. Πίσω από το κρεβάτι περπατάει μια κατσαρίδα. Άλλη μία πάνω στο κρεβάτι !!!

Η Βίκυ κυνηγάει τα περισσότερα από αυτά αλλά είναι τόσα πολλά! Μετά ξαπλώνουμε αφού ελέγχει αν υπάρχει κάτι ακόμα μέσα στα σεντόνια. Εγώ κοιμάμαι μια χαρά. Η Βίκυ δε νομίζω.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2007

Νωρίς το πρωί  λέμε στον υπάλληλο του ξενοδοχείου να μας βρει ένα καΐκι για να πάμε μια βόλτα στα “επιπλέοντα χωριά” (floating villages) της λίμνης. Δυο υπάλληλοι του ξενοδοχείου με μηχανάκια μας πηγαίνουν ως το ποτάμι όπου μας περιμένει ο βαρκάρης.

Επιβιβαζόμαστε και ξεκινάμε. Σπίτια πάνω σε σχεδίες, παλιά καΐκια, αγκυροβολημένα στο ποτάμι, και κτίσματα πάνω σε πάσσαλους καρφωμένους μέσα στο ποτάμι, συνθέτουν ένα ιδιαίτερο σκηνικό. Έχουν γλάστρες με λουλούδια στις βεράντες τους και κάποια κατοικίδια. Μικρά παιδιά παίζουν πηδώντας από το ένα σπίτι στο άλλο, πάνω από το νερό. Ένα από αυτά κωπηλατεί μέσα σε μια πλαστική λεκάνη. Πλωτά μαγαζιά, βάρκες, περνάνε ανάμεσα στα σπίτια και πουλάνε τα εμπορεύματά τους.

Επιστρέφουμε ενθουσιασμένοι από αυτά που είδαμε. Αποφασίζουμε να περπατήσουμε ως το ξενοδοχείο, να δούμε και την πόλη.

Μπαίνουμε σε ένα χωματόδρομο, πίσω από τον ναό της πόλης, και περπατάμε παράλληλα με το ποτάμι. Χωρίς να το ξέρουμε έχουμε μπει σε μία από τις πιο φτωχές συνοικίες της πόλης. Τα σπίτια, ξύλινα στην πλειοψηφία, έχουν λαμαρίνες για στέγη. Είναι τοποθετημένα επάνω σε πάσσαλους, λίγο πιο ψηλά από το έδαφος και από κάτω υπάρχουν στάσιμα βρώμικα νερά και πολλά σκουπίδια.

Το απόγευμα, ποδηλατούμε ανάμεσα στα χωράφια, όταν βλέπουμε μια μεγάλη περιφραγμένη έκταση με πολύ πυκνή βλάστηση. Πλησιάζουμε. Υπάρχουν πινακίδες με νεκροκεφαλές που προειδοποιούν. Εδώ κινδυνεύεις με θάνατο. Είναι ένα ναρκοπέδιο σε απόσταση λιγότερο από μισή ώρα από την πόλη και λιγότερο από 2 μέτρα από τα πόδια μας !!

Απομακρυνόμαστε και προσέχουμε. Δεν είναι δύσκολο να υπάρχουν ξεχασμένες νάρκες και έξω από τον περιφραγμένο αυτό χώρο. Ευτυχώς ο δρόμος είναι πολύ καλά στρωμένος, έχει περάσει μπουλντόζα, οπότε αν υπήρχε νάρκη θα είχε τιναχτεί.

Λίγο πριν νυχτώσει επιστρέφουμε για φαγητό. Στη συνέχεια η Βίκυ δίνει άλλη μία μάχη στο δωμάτιο με τα χθεσινά ζωύφια πριν καταφέρουμε να κοιμηθούμε.

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2007

Άλλο ένα πρωινό μας βρίσκει να ποδηλατούμε. 100 χλμ. βόρεια βρίσκεται το Pursat. Ο σημερινός προορισμός μας. Η ημέρα είναι πολύ ζεστή και η υγρασία σε κάνει να νιώθεις ότι βράζεις.

Ζαλισμένοι από τη ζέστη, μεσημέρι πια, περνάμε τη γέφυρα και μπαίνουμε στην πόλη. Βρίσκουμε γρήγορα ξενοδοχείο. Εκείνη την ώρα φθάνει και η Χριστιάνα με το Δημήτρη. Είναι κουρασμένος και ζαλίζεται. Έχει πάθει ηλίαση.

Αφήνω τα πράγματά μου στο δωμάτιο και βγαίνω για μια βόλτα. Η πόλη δεν έχει κάποιο αξιοθέατο, είναι απλά ένα πέρασμα ανάμεσα στην Phnom Penh και στο Batambang, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Κάνω την καθιερωμένη βόλτα στην αγορά, επισκέπτομαι το ναό και χώνομαι στα στενά σοκάκια της πόλης.

Η πόλη είναι γνωστή για τα μάρμαρά της, Έτσι δεν είναι περίεργο που υπάρχουν εργαστήρια που φτιάχνουν μαρμάρινα αγάλματα. Σε ένα από αυτά φορτώνουν σε ένα φορτηγό, υπό την επίβλεψη δύο μοναχών, ένα τεράστιο άγαλμα του Βούδα φτιαγμένο από πράσινη πέτρα.

Επιστρέφω στο ξενοδοχείο. Πάμε για φαγητό σε ένα κοντινό εστιατόριο. Εκεί συναντάμε και μια αυστραλή-κύπρια δεύτερης γενιάς που εργάζεται σε μια μη κυβερνητική οργάνωση που, όπως και πολλές άλλες, δραστηριοποιείται στην περιοχή.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2007

Ο Δημήτρης δεν έχει συνέλθει ακόμα. Έτσι φορτώνουμε τα ποδήλατα σε ένα φορτηγάκι και παρέα με 10-12 ντόπιους και καμιά πενηνταριά κότες κρεμασμένες γύρω-γύρω από την καρότσα ταξιδεύουμε ως τη Batambang.

Νοικιάζουμε δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο, δίπλα στην αγορά

Κάνουμε μια μικρή βόλτα αλλά λόγω της ζέστης, μαζευόμαστε γρήγορα στο ξενοδοχείο.

Το απόγευμα παίρνουμε τα ποδήλατα για μια βόλτα στην πόλη. Και εδώ υπάρχουν πολλοί χωματόδρομοι, φτωχικά σπίτια και πολλά παιδιά που παίζουν στους δρόμους.

Σε μια χωματερή, στην άκρη της πόλης άνθρωποι είναι βουτηγμένοι μέσα στα σκουπίδια και ψάχνουν. Ψάχνουν για μικροπράγματα που μπορούν να πουλήσουν, ψάχνουν και για αποφάγια να φάνε!!

Σκοτεινιάζει και  ποδηλατούμε δίπλα στο ποτάμι. Μια ομάδα από τουρίστες κάνει aerobic.

Ψιχαλίζει. Σταματάμε σε ένα υπαίθριο αναψυκτήριο στις όχθες του ποταμού.  Καθόμαστε κάτω από μία τέντα και πίνουμε το αναψυκτικό μας.

Ζητιάνοι μας περιτριγυρίζουν. Ανάπηροι και μικρά παιδιά. Ένας μικρός μου ζητάει το αναψυκτικό. Του δίνω ό,τι έχει περισσέψει και φεύγει ευτυχισμένος. Σε δύο ανάπηρους αγοράζουμε από ένα σουβλάκι κοτόπουλο. Η ευγνωμοσύνη φαίνεται στο βλέμμα τους.

Μακριά ο ουρανός φωτίζεται από αστραπές και κεραυνούς. Εδώ μόνο φυσάει. Χαζεύουμε λίγο ακόμα τις αστραπές και πάμε για φαγητό. Δυο δρόμους πιο πέρα όλα είναι βρεγμένα. Παράξενο.

Ψάχνοντας για εστιατόριο βρίσκουμε το Δημήτρη και τη Χριστιάνα να τρώνε. Καθόμαστε και εμείς μαζί τους. Πράγματι, εδώ, λιγότερο από 200 μέτρα από το ποτάμι, είχε βρέξει. Ο Δημήτρης και η Χριστιάνα έχουν κλείσει για αύριο μάθημα μαγειρικής τοπικής κουζίνας στο εστιατόριο.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2007

Ο Δημήτρης και η Χριστιάνα πηγαίνουν στο εστιατόριο για  μάθημα  και εμείς ξεκινάμε για μια βόλτα στα χωριά της περιοχής.

Χωρίς να έχουμε κάποιο συγκεκριμένο προορισμό, περνάμε τη γέφυρα στο ποτάμι και ποδηλατούμε σε ένα χωματόδρομο. Διασχίζουμε ένα χωριό όπου υπάρχουν ταμπέλες που μας προτρέπουν να επισκεφθούμε κάποια παραδοσιακά σπίτια, αγροικίες για να δούμε πώς εργάζονται οι ντόπιοι στα χωράφια αλλά και να κάνουμε και μια βόλτα με κάρο που το σέρνουν αγελάδες.

Στην συνέχεια, διασχίζουμε ένα μικρό μουσουλμανικό χωριό. Είναι πολύ εύκολο να το καταλάβεις από τις ενδυμασίες των γυναικών. Σταματάμε δίπλα στο ποτάμι. Παιδιά βουτάνε από σχεδίες στο νερό, γυναίκες φτιάχνουν δίχτυα και άντρες ψαρεύουν.

Μια κοπέλα έχει βγάλει για βοσκή καμιά δεκαριά πρόβατα, μία μητέρα ταΐζει το μωρό της, ένα κοριτσάκι κόβει καλαμπόκι και δύο γυναίκες είναι ξαπλωμένες σε αιώρες.

Μια ομάδα μεγάλων σε ηλικία ανδρών μας πλησιάζει χειρονομώντας. Δεν καταλαβαίνουμε τι μας λένε ούτε τι θέλουν. Και τότε περνάει από το δρόμο ένας νεαρός με μηχανάκι. Τον φωνάζουν και με σπαστά αγγλικά γίνεται ο μεταφραστής μας. Θέλουν να μάθουν όσο περισσότερα γίνεται για εμάς. Από ποια χώρα είμαστε, τι δουλειά κάνουμε, που πάμε  και ό,τι άλλο μπορούν να σκεφθούν. Στο τέλος, φεύγουν ικανοποιημένοι και εμείς συνεχίζουμε τη βόλτα μας.

Κουρασμένοι επιστρέφουμε. Στο ξενοδοχείο συναντάμε το Δημήτρη και τη Χριστιάνα και κανονίζουμε το απόγευμα να επισκεφθούμε τους δύο πιο γνωστούς ναούς της περιοχής.

Μπαίνουμε σε ένα τουκ-τουκ και ξεκινάμε. Πρώτος μας σταθμός το Wat Banan, ένας ναός χτισμένος την εποχή των χμερ στην κορυφή ενός απότομου λόφου. Στα απότομα σκαλιά μας συνοδεύουν μικρά παιδιά με βεντάλιες στα χέρια που μας κάνουν αέρα ελπίζοντας για ένα φιλοδώρημα. Ένα από αυτά εκτελεί και χρέη ξεναγού. Συνεχίζουμε για το Wat Sampo. Σκοτεινιάζει και δεν ξέρουμε αν θα προλάβουμε. Διασχίσουμε χωράφια και δρόμους γεμάτους λακκούβες. Ο οδηγός μας βιάζεται αλλά όσο και να θέλει, δεν μπορούμε να πάμε γρήγορα. Είναι η ώρα που οι αγρότες γυρίζουν στα σπίτια τους και οι βοσκοί μαζεύουν τα ζώα τους. Έτσι, στο στενό χωματόδρομο κυκλοφορούν άνθρωποι και αγελάδες που δύσκολα μπορείς να τους προσπεράσεις..

Και εδώ ο ναός βρίσκεται στην κορυφή ενός απότομου λόφου. Είναι καινούργιος και έχει αρκετούς μοναχούς. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά συναντώ έναν από αυτούς που προσφέρεται να με συνοδεύσει και να με ξεναγήσει. Μου δείχνει τους κοιτώνες, τους χώρους που προσεύχονται και τέλος με πηγαίνει στην κορυφή του λόφου που υπάρχει  ένας μεγάλος καινούργιος ναός και ένας μικρότερος, ο παλιός.

Νύχτα πλέον, ο οδηγός μας βιάζεται να γυρίσει. Τρέχει στο χωματόδρομο και μας πνίγει η σκόνη. Όταν τέλος φθάνουμε στη Batambang, είμαστε καφέ από το χώμα.

Κάνουμε μπάνιο και βγαίνουμε για φαγητό. Καθόμαστε στο πεζοδρόμιο σε ένα εστιατόριο και παραγγέλνουμε. Γύρω μας μαζεύονται ζητιάνοι.

Η Βίκυ δεν θέλει το ρύζι της και τους το δίνει. Πέφτουν με τα μούτρα πάνω στο φαγητό. Μας ζητούν μια γουλιά νερό. Μόλις σηκωνόμαστε να φύγουμε και πριν προλάβει ο σερβιτόρος να μαζέψει τα πιάτα, τρώνε ό,τι έχει περισσέψει…

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Σήμερα είναι η τελευταία μας ημέρα στην Καμπότζη. Ξεκινάμε νωρίς με προορισμό τα σύνορα με την Ταϊλάνδη. Απέχουν περίπου 130 χλμ.

Σε ένα μαγαζί, λίγο πριν φθάσουμε στη Sisophon, ο Δημήτρης βρίσκει αυτό που έψαχνε για τρεις  εβδομάδες.  Μεγάλο ψάθινο καπέλο σαν αυτά που φοράνε οι αγρότες στο Βιετνάμ. Στο τέλος, αγοράζουμε όλοι από ένα!!

Φορτωμένοι με καπέλα και χόρτινες σκούπες, φθάνουμε στη Sisophon. Απομένουν 50 χλμ. ακόμη.

Στην άκρη του δρόμου είναι σταματημένο ένα φορτηγάκι που εκτελεί και χρέη λεωφορείου. Ο οδηγός του μας κάνει νόημα. Σταματάμε και μας λέει ότι πηγαίνει στα σύνορα. Αν θέλουμε, μπορεί να μας πάει. Παζαρεύουμε την τιμή στα μισά από αυτά που ζητούσε – και πάλι πολλά του δώσαμε – και φορτώνουμε τα ποδήλατα στην καρότσα. Η Χριστιάνα και η Βίκυ μπαίνουν στην καμπίνα μαζί με άλλους πέντε, ο Δημήτρης με άλλους δύο στην οροφή και εγώ με τα τέσσερα ποδήλατα, τους σάκους μας, δώδεκα ενήλικες, τρία παιδιά, μερικά τσουβάλια ρύζι, κάμποσες ξύλινες τάβλες και πολλές κότες στην καρότσα !!!

Το φορτηγάκι χορεύει στις λακκούβες του χωματόδρομου και μαζί του και εμείς. Κρατιέμαι από όπου μπορώ για να μην πέσω. Η σκόνη που σηκώνουν τα αυτοκίνητα μπαίνει παντού. Την ίδια ώρα που εγώ αγωνίζομαι να ισορροπήσω στο πλαϊνό σίδερο της καρότσας, απέναντι μου μία νέα γυναίκα  βυζαίνει το μωρό της!! Δεν μπορώ να το πιστέψω. Εγώ κρατιέμαι και με τα δύο μου χέρια να μην πέσω και αυτή…

Επιτέλους φθάσαμε στην Poipet. Σκονισμένος, ταλαιπωρημένος αλλά και χαρούμενος που τέλειωσε το βασανιστήριο της … καρότσας κατεβαίνω.

Ξεφορτώνουμε τα ποδήλατα, φτιάχνουμε τα πράγματα μας και καθόμαστε να ξεκουραστούμε. Φορτηγά περιμένουν για να περάσουν τα σύνορα, αχθοφόροι κουβαλάνε εμπορεύματα και λίγοι τουρίστες  περιμένουν στην ουρά για να περάσουν στην Ταϊλάνδη. Μαζί με αυτούς και εμείς.

Νωρίς το απόγευμα, έχουμε περάσει τους ελέγχους των συνόρων και αποχαιρετάμε την Καμπότζη. Στην Ταϋλάνδη, κοντά στα σύνορα, ένας βορειοευρωπαίος ποδηλάτης μας χαιρετάει από απέναντι. Καλό δρόμο, θα περάσεις αξέχαστα στην Καμπότζη …

Το άρθρο αυτό έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Φυσιολατρικοί Ορίζοντες (τεύχος 247/2008)

Sorry, the comment form is closed at this time.